Δημιουργώντας ένα σύγχρονο πλαίσιο εργασίας

Κατερίνα Δασκαλάκη, Senior Advisor, Τομέας Απασχόλησης και Αγοράς Εργασίας, ΣΕΒ

READ

Ο αντίκτυπος της πανδημίας στην εργασία και την παραγωγή, ο ψηφιακός μετασχηματισμός των επιχειρήσεων, το μέλλον της τηλεργασίας, οι προϋποθέσεις ενός βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος, αλλά και το ζήτημα των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησής μας με την Κατερίνα Δασκαλάκη, η οποία μοιράζεται με το Lawyer τις σκέψεις της και τις πάγιες θέσεις του ΣΕΒ για το σύγχρονο εργασιακό τοπίο.

  • Πώς πιστεύετε ότι θα διαμορφωθεί η αγορά εργασίας μετά την πανδημία; Πιστεύετε ότι το πλήγμα σε κλάδους, όπως η εστίαση και ο τουρισμός, είναι αναστρέψιμο; Με ποιον τρόπο θα μπορέσουν να ορθοποδήσουν ξανά οι ελληνικές επιχειρήσεις;

Αναμφισβήτητα, βιώσαμε και βιώνουμε, σε παγκόσμιο επίπεδο, μία πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση και ένα εναλλασσόμενο κλείσιμο και άνοιγμα της οικονομικής δραστηριότητας, τα οποία προκαλούν σημαντικές οικονομικές αναταράξεις. Επηρεάζονται, δε, όλοι οι τομείς της ελληνικής οικονομίας, και ιδιαίτερα οι υπηρεσίες, η εστίαση και ο τουρισμός.

Η νέα κρίση του Covid-19 βρήκε την ελληνική οικονομία τη στιγμή που έβγαινε από την πολυετή οικονομική κρίση. Οι προβλέψεις για το τρέχον έτος θεωρούνται εξαιρετικά ριψοκίνδυνες. Η χώρα μας παραμένει πιο εκτεθειμένη, ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης, λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας της οικονομίας μας και των δυσμενών μακροπρόθεσμα δημογραφικών προοπτικών.

Είναι ευκαιρία και ταυτόχρονα πρόκληση να σχεδιάσουμε και να προχωρήσουμε στον μετασχηματισμό του παραγωγικού μας μοντέλου, προς την κατεύθυνση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας

Πέραν της εφαρμογής των υγειονομικών μέτρων και τη δεδομένη στήριξη εκ μέρους της πολιτείας των οικονομικά πληγέντων από την πανδημία (εργαζομένων και επιχειρήσεων), είναι ευκαιρία και ταυτόχρονα πρόκληση να σχεδιάσουμε και να προχωρήσουμε στον μετασχηματισμό του παραγωγικού μας μοντέλου, προς την κατεύθυνση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, μέσα από την ενδυνάμωση των επιχειρήσεων και την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων.

Το τελευταίο διάστημα, διαπιστώσαμε για μια ακόμη φορά τη σημασία, την αναγκαιότητα και την ανθεκτικότητα της μεταποίησης. Η βιομηχανία διατήρησε τη δυνατότητά της να παράγει –και να εξάγει– προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά και να διατηρεί καλές και βιώσιμες θέσεις εργασίας. Αναδείχθηκαν, επομένως, τόσο τα όρια του παραγωγικού μας υποδείγματος, όσο όμως και η διέξοδος. Στο επίκεντρο, λοιπόν, βρίσκεται η ανάγκη για την αύξηση του μεριδίου της βιομηχανίας στο 15% του ΑΕΠ σε ορίζοντα 10ετίας, στρατηγική κατεύθυνση του ΣΕΒ για το επόμενο χρονικό διάστημα.

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι πρέπει να προχωρήσουμε άμεσα σε εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν σε επενδύσεις, οι οποίες, με τη σειρά τους, φέρνουν θέσεις εργασίας και ανάπτυξη που διαχέεται σε όλους τους κλάδους της οικονομίας.

  • Πέρα από την πανδημία, ποιες είναι οι σύγχρονες προκλήσεις για τον κόσμο της παραγωγής και της εργασίας, τις οποίες καλούνται να διαχειριστούν οι επιχειρήσεις;

 Οι σύγχρονες επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν, επιπρόσθετα του Covid-19, μακροπρόθεσμες προκλήσεις που συνδέονται με την τεχνολογική, ψηφιακή εξέλιξη, την παγκοσμιοποίηση, την κλιματική αλλαγή και τη δημογραφική γήρανση, που επιφέρουν ριζικές αλλαγές στον κόσμο της παραγωγής και της εργασίας.

Οι προκλήσεις αυτές διαμορφώνουν νέα δεδομένα σχετικά με το πώς, πού και από ποιους παράγονται τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, οδηγούν στην ανάδυση νέων μορφών απασχόλησης και επιχειρηματικής οργάνωσης, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ασκούν τα εργασιακά τους καθήκοντα και δημιουργούν ανάγκες για νέες δεξιότητες και νέα επαγγέλματα.

Ως βασική πρόκληση αναδεικνύεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός των επιχειρήσεων και η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων των εργαζομένων.

Κύριος στόχος όλων μας είναι να προετοιμάσουμε το σημερινό και μελλοντικό ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και τις επιχειρήσεις με τις κατάλληλες (ψηφιακές) δεξιότητες (εθνικό, κλαδικό και επιχειρησιακό επίπεδο) δια μέσω της συνεχούς μάθησης, ώστε να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες και να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού στον κόσμο της εργασίας.

Συνεπώς, είναι απαραίτητη μία συνολική στρατηγική ανάπτυξης ψηφιακών δεξιοτήτων, με επενδύσεις, επανακατάρτιση εργαζομένων, ανάληψη του ρόλου φορέα επανακατάρτισης και πιστοποίησης από τις ίδιες τις μεγάλες επιχειρήσεις, ενίσχυση της καινοτομίας στην εκπαίδευση και διάχυση στις επιχειρήσεις των δυνατοτήτων της τεχνολογίας με κλαδική και περιφερειακή εξειδίκευση.

Μία άλλη πρόκληση που συνδέεται άμεσα με τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι η αυτοματοποίηση και το πώς οι επιχειρήσεις αξιοποιούν το δυναμικό της νέας τεχνολογίας και των ρομπότ, για να ενισχύσουν την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή.

Θεωρούμε απαραίτητη την ενίσχυση της κατάρτισης των εργαζόμενων όλων των επιπέδων και την ριζική αναπροσαρμογή του συστήματος ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης, με τη στενή συνεργασία όλων των μερών για διαρκή εκπαίδευση στο πλαίσιο της εργασίας και τη δημιουργία εκπαιδευτικών διαδρομών για όλους τους εργαζόμενους.

Όλα τα παραπάνω απαιτούν τη δημιουργία ενός σύγχρονου πλαισίου εργασίας, με βασικές συνιστώσες τον επανασχεδιασμό των θέσεων εργασίας, με ενίσχυση της δυνατότητας για ευελιξία ως προς τον χρόνο και την οργάνωση εργασίας, με ενθάρρυνση και ενίσχυση της εργασιακής κινητικότητας, τόσο εντός όσο και εκτός της επιχείρησης.

  • Θεωρείτε ότι η τηλεργασία είναι «λύση ανάγκης» ή μια μορφή εργασίας που μπορεί να εδραιωθεί στο μέλλον και να καταστεί επωφελής για εργοδότες και εργαζόμενους; Για να συμβεί το δεύτερο, είναι επαρκές το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο;

Ένα από τα ζητήματα, ίσως το σημαντικότερο, το οποίο εμφανίστηκε και έπρεπε με ταχύτατους ρυθμούς να ενσωματωθεί στη σύγχρονη επιχειρηματική λειτουργία, άμεσα και αποτελεσματικά, είναι η εξ’ αποστάσεως εργασία και ειδικότερα η τηλεργασία. Η μορφή αυτή εργασίας υιοθετήθηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των εταιρειών κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η ταχεία προσαρμογή οφείλεται και στο γεγονός ότι πολλές -κυρίως οργανωμένες- επιχειρήσεις είχαν, ήδη, εγκατεστημένο τον βασικό εξοπλισμό για την εξ αποστάσεως εργασία.

Οι περισσότερες δημοσιευμένες σχετικές έρευνες υπογραμμίζουν την θετική αξιολόγηση και επίδραση της τηλεργασίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19 στην παραγωγικότητα των εργαζομένων, στον συνδυασμό των οικογενειακών αναγκών και της επαγγελματικής ζωής, αλλά και στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των επιχειρήσεων.

Τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και οι εργοδότες προκρίνουν ως αποδοτικότερο τρόπο εργασίας ένα υβριδικό μοντέλο που θα συνδυάζει την τηλεργασία και τη φυσική παρουσία

Το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων, δε, επιθυμεί την καθιέρωσή της και στη μετά πανδημίας εποχή, ενώ τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και οι εργοδότες προκρίνουν ως αποδοτικότερο τρόπο εργασίας ένα υβριδικό μοντέλο που θα συνδυάζει την τηλεργασία και τη φυσική παρουσία.

Στην Ελλάδα, το θεσμικό πλαίσιο είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιητικό. Ωστόσο, υπάρχουν επιμέρους προβλήματα κατά την εφαρμογή της τηλεργασίας, κυρίως λόγω της πολυπλοκότητας και ακαμψίας του ισχύοντος εργατικού και φορολογικού δικαίου.

Ειδικότερα, ζητήματα σχετικά με την τηλεργασία που πρέπει να αντιμετωπιστούν αφορούν στην προσαρμογή του χώρου εργασίας στις ανάγκες του εργαζόμενου και της επιχείρησης, στον τρόπο εφαρμογής της τηλεργασίας και τον συνδυασμό της με την εργασία στο γραφείο (ένα μικτό σύστημα), στον τρόπο καταγραφής του χρόνου εργασίας, θέματα που σχετίζονται με τις υποδομές, τον εξοπλισμό, τις δαπάνες, καθώς και αλλά θέματα διασφάλισης υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

Βασικό εργαλείο που μπορούμε να αξιοποιήσουμε είναι η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Συμφωνία – Πλαίσιο για την Ψηφιοποίηση, που υπεγράφη από τους ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους, στο πλαίσιο της οποίας αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, σημαντικά και αμοιβαία οφέλη για επιχειρήσεις και εργαζομένους από την αξιοποίησή της.

  • Πώς θεωρείτε ότι θα διαμορφωθεί ένα ανταγωνιστικό μισθολογικό πλαίσιο, το οποίο θα διασφαλίζει την απασχόληση και την ανάπτυξη, σε ένα περιβάλλον που αλλάζει λόγω του Covid-19;

Στόχος όλων μας οφείλει να είναι η διαμόρφωση των αμοιβών με όρους ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας. Μόνο με αυτούς τους όρους μπορεί να διασφαλιστεί και να ενισχυθεί η εργασία, το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, η βιωσιμότητα και η ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων, σε ένα συνεχώς εναλλασσόμενο και γεμάτο προκλήσεις οικονομικό περιβάλλον.

Στο πλαίσιο των κλαδικών και των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, οφείλουμε ως θεσμικοί κοινωνικοί συνομιλητές να εφαρμόζουμε σαφείς κανόνες και ποσοτικούς δείκτες, βάσει των οποίων θα συζητούνται και θα καθορίζονται οι μισθολογικές αυξήσεις (π.χ. κόστος εργατικού δυναμικού ανταγωνιστών).

Είναι προφανές, παράλληλα, ότι, προκειμένου μία συλλογική σύμβαση εργασίας που υπογράφεται να έχει ουσιαστικό αντίκρισμα, οφείλει να τηρεί ορισμένες στοιχειώδεις προϋποθέσεις, όπως είναι η πλήρης αντιπροσωπευτικότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων που την υπογράφουν και η τεκμηρίωση των αιτημάτων, τα οποία, ει δυνατόν, θα πρέπει να συνοδεύονται από ανάλυση επιπτώσεων στην αγορά εργασίας, στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα του κλάδου στον οποίον αφορούν.

Ένα, όμως, από τα βασικά πεδία του εργατικού δικαίου που δημιούργησε προβλήματα στο σύστημα των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα παραμένει η υποχρεωτική διαιτησία. Η πάγια θέση του ΣΕΒ είναι ότι δεν συμβαδίζει με την πρακτική των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών και είναι αντίθετη και ασύμβατη με τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας, τις Διεθνείς Συστάσεις και τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.

Όσον αφορά στον νομοθετικά καθορισμένο κατώτατο μισθό, οφείλει να διαμορφώνεται με ουσιαστική σύνδεση με τις οικονομικές δυνατότητες και επιδόσεις της οικονομίας (βάσει δεικτών παραγωγικότητας, ανεργίας, ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας).

Το ρυθμιστικό πλαίσιο της διαδικασίας διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού πρέπει να τηρείται, ώστε οι θεσμικοί κοινωνικοί εταίροι να συμμετέχουν ουσιαστικά και ενεργά στη διαδικασία, καθώς αποτελούν τους πλέον κατάλληλους και αρμόδιους φορείς της αγοράς που θα μεταφέρουν τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τις πιθανές επιπτώσεις από τις μεταβολές του νομοθετικά καθορισμένου κατώτατου μισθού στην αγορά.

  • Ποια είναι η θέση του ΣΕΒ για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο θα λειτουργεί προς όφελος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και των συνταξιούχων;

Διαχρονική θέση του ΣΕΒ είναι πως ένα βιώσιμο και αποτελεσματικό ασφαλιστικό σύστημα, χαρακτηρίζεται από την ασφαλιστική δικαιοσύνη, εδράζεται στις αρχές της ισότητας, της ανταποδοτικότητας, της διαγενεακής αλληλεγγύης και της αναδιανομής. Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει τη διαφάνεια της λειτουργίας του συστήματος, της χρηματοδότησης των ταμείων και του τρόπου καθορισμού των παροχών και λειτουργεί με πραγματικά ανταποδοτικούς όρους, ανάλογα με την προσφορά (σε χρόνο και εισφορές) κάθε ασφαλισμένου.

Η μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης είναι κρίσιμο να αντιμετωπισθεί ως κατεξοχήν αναπτυξιακό πρόβλημα και όχι ως «αριθμητικό» ή λογιστικό. Είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη σημασία και μέριμνα:

  • Στη διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας της εργασίας, με αντιμετώπιση κατεξοχήν του προβλήματος του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας, που εξακολουθεί να παραμένει υψηλό, σε σχέση με τις άλλες χώρες. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,90% τον Ιούνιο του 2020 και κατά 3% από τον Ιανουάριο του 2021 αποτελεί σαφώς ένα πολύ σημαντικό βήμα, αλλά πρέπει να μειωθεί περαιτέρω προς όφελος της πραγματικής ενίσχυσης της απασχόλησης, του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων και της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής.
  • Στην αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής, της εισφοροαποφυγής και της αδήλωτης εργασίας, φαινόμενα τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Η κρατική εγγύηση του 1ου πυλώνα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης δεν αρκεί πλέον μόνη της, για να υποστηρίξει τη βιωσιμότητα, την ανταποδοτικότητα και την επάρκεια του ασφαλιστικού συστήματος που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Είναι αναγκαία η δημιουργία προϋποθέσεων ευρείας διάδοσης για τα προαιρετικά συστήματα επαγγελματικής ασφάλισης του 2ου πυλώνα. Οι κοινωνικοί εταίροι έχουν ήδη προβλέψει στην ΕΓΣΣΕ 2018 τη δημιουργία ενός Εθνικού Επαγγελματικού Ταμείου, το οποίο θα ενισχύσει τον πρώτο πυλώνα της κρατικής χορήγησης σύνταξης. Σημαντική είναι και η προώθηση της κάλυψης και της αποτελεσματικότητας του κόστους των συμπληρωματικών συστημάτων ιδιωτικής ασφάλισης του 3ου πυλώνα.

  • Το ζήτημα των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο ενδιαφέροντος του ΣΕΒ. Ποιες είναι οι βασικές θέσεις και προτάσεις του Συνδέσμου αναφορικά με το καθεστώς των ΒΑΕ;

Το θέμα των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο διαβούλευσης, δεδομένου ότι προβλέπει μια ειδική μεταχείριση για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων ως προς το καθεστώς κοινωνικής τους ασφάλισης (κυρίως πρόωρη συνταξιοδότηση), οι οποίες αποδεδειγμένα υφίστανται ασυνήθη επιβάρυνση από την άσκηση της εργασίας τους.

Στην Ελλάδα σήμερα δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των ασφαλισμένων στα ΒΑΕ. Σύμφωνα, όμως, με εκτιμήσεις, περίπου το 28 – 30% των ενεργών ασφαλισμένων ανήκουν σε αυτό το καθεστώς, όταν σε χώρες όπου ισχύει καθεστώς προνομιακής συνταξιοδοτικής μεταχείρισης ορισμένων επαγγελμάτων, στην καλύτερη περίπτωση δεν καλύπτουν περισσότερο του 5% έως 7% των εργαζομένων. Και αυτό συμβαίνει γιατί πλέον οι συνθήκες εργασίας έχουν αλλάξει.

Κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι το αν η ένταξη ενός επαγγέλματος στα ΒΑΕ θα πρέπει να εξακολουθήσει να γίνεται βάσει κριτηρίων μιας περασμένης εποχής, όταν πρωτοθεσμοθετήθηκαν τα ΒΑΕ, προκειμένου να αντισταθμίσουν τόσο την έλλειψη επαρκούς νομοθεσίας, όσο και την αδυναμία της παλιάς τεχνολογίας να περιορίσει τον επαγγελματικό κίνδυνο.

Διαχρονικά η θέση του ΣΕΒ είναι ότι, οποιαδήποτε απόφαση για ένταξη ειδικοτήτων, επαγγελμάτων ή χώρων εργασίας στα ΒΑΕ οφείλει να στηρίζεται στα απαραίτητα εκ του νόμου επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα, στις κρατούσες διεθνώς αντιλήψεις και στις πραγματικές συνθήκες εργασίας.

Θεωρούμε απαραίτητη την επαναξιολόγηση, την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του καθεστώτος των ΒΑΕ, με βάση τις σημερινές συνθήκες και την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και μεθόδων εργασίας

Θεωρούμε, λοιπόν, απαραίτητη την επαναξιολόγηση, την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του καθεστώτος των ΒΑΕ, με βάση τις σημερινές συνθήκες και την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και μεθόδων εργασίας, ώστε να δούμε αν δικαιολογείται και επιβάλλεται και η απένταξη ορισμένων επαγγελμάτων και ειδικοτήτων από τον Πίνακα ΒΑΕ, ο οποίος ήδη μετρά 10 χρόνια εφαρμογής.