Σεξουαλική Παρενόχληση στο χώρο εργασίας

Η σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας αποτελεί ένα πολυσύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Στην Κύπρο, εφαρμοστέος νόμος είναι ο Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμος του 2002.

Τ ο φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας πηγάζει από το εργασιακό περιβάλλον και τις πλείστες φορές στοχεύει εις βάρος των εργαζομένων λόγω της θέσης εξουσίας που εκμεταλλεύονται τα ανώτερα στελέχη. Νοείται ότι τέτοια συμπεριφορά δύναται να προκαλέσει δυσμενή αποτελέσματα στην ψυχική υγεία του θύματος.

Ο Νόμος 205(Ι)/2002 θεσπίστηκε για την προστασία του θύματος και ορίζει την σεξουαλική παρενόχληση ως “οποιαδήποτε ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης που εκφράζεται με λόγια ή έργα και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό περιβάλλον κατά την απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση ή κατά την πρόσβαση στην απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση”.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό, η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, σποραδικά γεγονότα ή μία συνεχιζόμενη διαδικασία ανεπιθύμητης για τον/την αποδέκτη σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, τέτοια συμπεριφορά μπορεί να περιλαμβάνει μία προφορική ή σωματική συμπεριφορά που συσχετίζεται με την άνιση συσχέτιση εξουσίας επί του άλλου προσώπου.

Το γράμμα του Νόμου σε σχέση με τον ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης περιλαμβάνει μεταξύ άλλων λεκτικά ταπεινωτικά ή υποτιμητικά καλέσματα, σχόλια ή προσβολές ή απειλές ή άσεμνη επίθεση, που αφορούν την εμφάνιση, τις σεξουαλικές εμπειρίες, τους όρους και τις συνθήκες εργασίας. Σημειώνεται ότι λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το γεγονός πως εκλαμβάνει το θύμα την πράξη που δέχεται από τον δράστη αλλά και το πώς αισθάνεται για την συγκεκριμένη πράξη και όχι τις προθέσεις του δράστη.

Περαιτέρω, απαγορεύεται οποιαδήποτε τέτοια πράξη εις βάρος ενός προσώπου στον εργασιακό του χώρο, ενώ απαγορεύεται και στον δράστη να προβεί σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση δυσμενή ενέργεια σε βάρος του θύματος επειδή υπέκυψε ή απέκρουσε ή κατήγγειλε τέτοια συμπεριφορά. Να σημειωθεί ότι ο Νόμος προστατεύει με τον ίδιο τρόπο και τους μάρτυρες τέτοιων συμπεριφορών.

Σε περίπτωση απόλυσης λόγω υποβολής καταγγελίας ενός περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης, τέτοια απόλυση θεωρείται παράνομη, άκυρη και καταχρηστική, εκτός αν αποδείξει ο εργοδότης ότι η απόλυση δεν είχε καμία σχέση με την υποβολή καταγγελίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να προβεί στις δέουσες ενέργειες αφού λάβει γνώση για περιστατικό που αφορά σεξουαλική παρενόχληση, σε διαφορετική περίπτωση δύναται να κριθεί ένοχος αδικήματος και είναι συνυπεύθυνος με τον δράστη. Ο εργοδότης είναι υπόλογος για την παράλειψη ακόμη και όταν περιέλθει στην αντίληψή του τέτοιο περιστατικό από τρίτους και όχι από το πραγματικό θύμα της αξιόποινης πράξης.

Σε περίπτωση όπου ένα πρόσωπο θεωρήσει ότι είναι θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης στον εργασιακό του χώρο μπορεί να αποταθεί στην Επιτροπή Ισότητας Φύλων στην Απασχόληση και Επαγγελματική Εκπαίδευση ή στους Επιθεωρητές του Τμήματος Εργασίας ή και στην Αρχή Ισότητας Επιτρόπου Διοίκησης.