«Βιωσιμότητα και φέρουσα ικανότητα στο σχεδιασμό: Αρχή ή Αντίληψη;»

Η αρχή της Βιωσιμότητας – Νομοθεσία και Νομολογία (2010-2024)
Στο πεδίο του δικαίου Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος διάγουμε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας (2010 – 2024) η οποία διακρίνεται, αφενός από πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες και αφετέρου από την έκδοση πολλών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που διαμορφώνουν μια έντονη τάση για τη μείωση του φαινομένου της άναρχης δόμησης στην εκτός σχεδίου περιοχή, την προστασία του περιβάλλοντος και διαφύλαξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομίας.

Πράγματι, ειδικά την τελευταία 15ετία, εάν κωδικοποιήσει κανείς το σύνολο των νομοθετημάτων γύρω από αυτά τα ζητήματα της πολεοδομίας, της χωροταξίας και του περιβάλλοντος, θα διαπιστώσει την ψήφιση άνω των 15 σημαντικών κατά το νομοθέτη πρωτοβουλιών, όπου στην αιτιολογική τους έκθεση περιγράφεται η ανάγκη πολεοδομικής μεταρρύθμισης και αλλαγής με στόχο τη βιωσιμότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Αναφέρουμε ιδίως την ψήφιση των Ν. 4030/20111, Ν. 3937/20112, Ν. 4178/20133, 4447/ 20164, 4467/20175, N. 4685/20206, Ν. 4964/20227 και τον πρόσφατο Ν. 5037/20238καθώς και τον τελευταίο νόμο του 2024 «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των πολυεπίπεδων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους τομείς: α) της διαχείρισης υδάτων, β) της διαχείρισης και προστασίας των δασών,
γ) της αστικής ανθεκτικότητας και πολιτικής,
δ) της καταπολέμησης της αυθαίρετης δόμησης,
ε) της ενεργειακής ασφάλειας».

Γεννάται επιπλέον το ερώτημα: Oι νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπου στο αιτιολογικό και στο σκεπτικό τους έχουν ως στόχο την πολεοδομική μεταρρύθμιση, έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Η αλήθεια είναι, ότι διακρίνεται συνεχής, εγγενής προβληματισμός τόσο στον τυπικό νομοθέτη όσο και στον εφαρμοστή του δικαίου και στους πολίτες.

Παράλληλα, ιστορικά ενώ προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε δια νομοθετικών πρωτοβουλιών κενά του παρελθόντος και να ενσωματώσουμε τη νομολογία του ΣτΕ, στον ευρωπαϊκό χώρο τελούνται σημαντικές και εξαιρετικές αλλαγές που αλλάζουν και τοποθετούν τον πήχη ακόμα πιο ψηλά σε σχέση με τις δικές μας προοπτικές και μεταρρυθμίσεις. Με φάρο την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία διαμορφώνεται το νέο πεδίο του «Δικαίου της Βιωσιμότητας» και αναπτύσσονται ταχύτατα εξειδικεύσεις της νομικής επιστήμης (Φυσικοί Πόροι – Προστασία της Φύσης, Κυκλική οικονομία, Προστασία του Κλίματος – Ενεργειακή ουδετερότητα – Αστική βιωσιμότητα, κινητικότητα κ.α).

Περαιτέρω, ενσωματώνονται στο πεδίο των νομικών μελετών και ελέγχων οι εκθέσεις βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας (legal sustainability report) και φέρεται το δίκαιο βιωσιμότητας (Sustainability law) να διαμορφώνει ένα ευρύτερο κλάδο δικαίου από τον παραδοσιακό τομέα του Δικαίου Περιβάλλοντος.

Υπό αυτό το πρίσμα και υπό αυτή την ιστορική συνθήκη, ως αναλύθηκε, ο σύγχρονος νομικός καλείται να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα:

«Πώς το εθνικό δίκαιο μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή των Ευρωπαϊκών εξελίξεων για τη βιωσιμότητα;»

Το ειδικό ζήτημα της «φέρουσας ικανότητας»
Αν και η ρητή νομοθετική αποτύπωση του ορισμού της Φ.Ι. είναι εξαιρετικά πρόσφατη, το ΣτΕ ήδη από την δεκαετία του 1990 επικαλούταν την έννοια αυτή είτε κατά την κρίση επί αιτήσεων ακυρώσεως αποφάσεων είτε κατά την έκδοση πρακτικών επεξεργασίας (ΠΕ) επί σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων στο πλαίσιο άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων9.

Η έννοια της Φ.Ι. έχει, μεταξύ άλλων, οριστεί ως η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων, ώστε να μην επέλθει σοβαρή επιδείνωσή τους10. Ο προσδιορισμός της απαιτεί συνεκτίμηση παραμέτρων του τρίπτυχου κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον και δεν εξαρτάται μόνο από μετρήσιμα ποσοτικά δεδομένα (τεχνικά, οικονομικά, επιστημονικά), αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών παραγόντων που συνδέονται με τις πολιτιστικές αξίες, τις παραδόσεις, τη φυσιογνωμία της περιοχής11.

Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι., στην παρ. 1 του άρθρου 64 του πρόσφατου Ν. 4964/202212 δόθηκε ο νομοθετικός ορισμός της ως εξής: «Ως Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος, νοούνται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία».

Ενσωμάτωση νέων αρχών και τάσεων στο σχεδιασμό και στο Δίκαιο
Κυρίαρχο συμπέρασμα των ανωτέρων δεδομένων καθίσταται ότι, πέραν του γενικότερου «βάρους» των πολεοδομικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, πρέπει να ενσωματώσουμε νέες νομικές έννοιες, νέα πεδία εξειδίκευσης και σαφώς να επαναπροσδιορίσουμε τις απαιτήσεις νομικών ελέγχων και εκθέσεων υπό το φως των σημαντικών νομικών εξελίξεων.

Πρώτο μεγάλο πεδίο ενσωμάτωσης των αλλαγών αποτελεί ο σχεδιασμός και ιδίως το πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά σε εκατοντάδες Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια που εκπονούνται για το σύνολο σχεδόν της χώρας13.

Ζητήματα, όπως η ενσωμάτωση στο εσωτερικό μας δίκαιο και στις διαδικασίες σχεδιασμού των υποχρεωτικών εκθέσεων βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας τουλάχιστον για σχέδια ή προγράμματα, καθώς και η νομική αξιολόγηση και η ένταξη στο σχεδιασμό των αρχών της φέρουσας ικανότητας θα μας απασχολήσουν ως προαπαιτούμενα την επόμενη ιστορική περίοδο.

Εντασσόμενοι σε αυτό το νέο ιστορικό κύκλο που μας δεσμεύει ως φαίνεται α) να αποκαταστήσουμε την ασφάλεια δικαίου συμφώνως με τις αποφάσεις του ΣτΕ και β) να μελετήσουμε νέες διεθνείς νομικές τάσεις, ώστε να ακολουθήσουμε την πορεία της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, θεωρούμε ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο μέρος της νομικής επιστήμης.

Οι νέες διεθνείς νομικές τάσεις καθώς και η νομολογία του ΣτΕ αναδεικνύουν την αναγκαιότητα όχι μόνο επεξεργασίας – δημιουργίας και ακολουθίας των νόμων per se, αλλά πολύ περισσότερο, τη δημιουργία «attitude» – αντίληψης και κουλτούρας, ώστε να διέπονται όλες οι δράσεις, οι ενέργειές μας και οι ενσωματώσεις στο δίκαιό μας από συνεκτικότητα και κοινό στόχο. Η εδραίωση νομικών εργαλείων (sustainability reports, αξιολόγηση ενσωμάτωσης αρχών της φέρουσας ικανότητας στο σχεδιασμό) θα υποβοηθήσουν αυτή την πρόοδο, ώστε από την έννοια της υποχρεωτικότητας και της «αρχής» να οδηγηθούμε στην έννοια της κοινής κατανόησης και στοχοθεσίας για την βιωσιμότητα. Στην έννοια της «αντίληψης».


1. Ν.4030 (ΦΕΚ Α΄249/25/11/2011) Νέος τρόπος έκδοσης αδειών δόμησης, ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις.
2. N.3937 (ΦΕΚ Α 60 31.3.2011) Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις.
3. Ν.4178 (ΦΕΚ Α’ 174/08/08/2013) Αντιμετώπιση της Αυθαίρετης Δόμησης – Περιβαλλοντικό Ισοζύγιο και άλλες διατάξεις.
4. Ν.4447 (ΦΕΚ Α’ 241/23.12.2016) Χωρικός σχεδιασμός – Βιώσιμη ανάπτυξη και άλλες διατάξεις.
5. Ν.4467 (ΦΕΚ Β’ 56/13.04.2017) Τροποποιήσεις διατάξεων της δασικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις.
6. Ν.4685 (ΦΕΚ A’ 92/07.05.2020) Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2018/844 και 2019/692 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις.
7. Ν.4964 (ΦΕΚ Α’ 150/30.07.2022) Διατάξεις για την απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, θέσπιση πλαισίου για την ανάπτυξη των Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την προστασία του περιβάλλοντος και λοιπές διατάξεις.
8. Ν. 5037 (ΦΕΚ A’ 78/28.03.2023) Μετονομασία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας σε Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων και διεύρυνση του αντικειμένου της με αρμοδιότητες επί των υπηρεσιών ύδατος και της διαχείρισης αστικών αποβλήτων, ενίσχυση της υδατικής πολιτικής – Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μέσω της ενσωμάτωσης των Οδηγιών ΕΕ 2018/2001 και 2019/944 – Ειδικότερες διατάξεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος.
9. Βλ.Καρατσώλης, Βασιλοπούλου, Τσακαλογιάννη, Η Φ.Ι. μέσα από την νομολογία του ΣτΕ, 2023, Νόμος και Φύση.
10. Σακελλαροπούλου Α., Η στάση του Συμβουλίου της Επικρατείας και η Φ.Ι., 2016, Νόμος και Φύση.
11. ΣτΕ 629/2022, ΣτΕ 630/2022, ΣτΕ 631/2022, ΣτΕ 1037/2022.
12. ΦΕΚ 150/Α/30.7.2022.
13. Ν.4447/2016 ( άρθ.7, 8)